Contenu de sensagent

  • définitions
  • synonymes
  • antonymes
  • encyclopédie

Lettris

Lettris est un jeu de lettres gravitationnelles proche de Tetris. Chaque lettre qui apparaît descend ; il faut placer les lettres de telle manière que des mots se forment (gauche, droit, haut et bas) et que de la place soit libérée.

boggle

Il s'agit en 3 minutes de trouver le plus grand nombre de mots possibles de trois lettres et plus dans une grille de 16 lettres. Il est aussi possible de jouer avec la grille de 25 cases. Les lettres doivent être adjacentes et les mots les plus longs sont les meilleurs. Participer au concours et enregistrer votre nom dans la liste de meilleurs joueurs ! Jouer

Dictionnaire de la langue française
Principales Références

La plupart des définitions du français sont proposées par SenseGates et comportent un approfondissement avec Littré et plusieurs auteurs techniques spécialisés.
Le dictionnaire des synonymes est surtout dérivé du dictionnaire intégral (TID).
L'encyclopédie française bénéficie de la licence Wikipedia (GNU).

Traduction

Changer la langue cible pour obtenir des traductions.
Astuce: parcourir les champs sémantiques du dictionnaire analogique en plusieurs langues pour mieux apprendre avec sensagent.

Dernières recherches dans le dictionnaire :

calculé en 0.032s


 » 

dictionnaire analogique

actif, en activitéενεργό - avènementέλευση, ερχομός - amorcer, réamorcer, redémarrer, réinitialiser, remettre à zéro - continuerσυνεχίζομαι - avoir, éprouverέχω, νιώθω, παίρνω, τρέφω - changer, modifierμεταβάλλω - affecter, agir surεπηρεάζω - faire, tomberγίνομαι - changer, changer, mettre, remplacerαλλάζω ρούχα, αλλάσσω, ανταλλάσσω, μεταμορφώνομαι, μεταμορφώνω, μετατρέπω - changer, modifierμετατρέπω, τροποποιώ - changement, évolution, modification, mutationαλλαγή - métrificationμετρολογία - déspécialisation - changement, correction, modificationμετατροπή, τροποποίηση - déplacement - clôture, conclusion, finκατάληξη, λήξη, τερματισμός - accomplissement, achèvement, clôture, enroulementαποτελείωμα, ολοκλήρωση, περάτωση, συμπλήρωση - effectuer - commencement, début, départέναρξη, αρχή - débuts, introduction, lancement - création, fondation, instaurationδημιουργία - stabiliserσταθεροποιώ - régulariserκανονικοποιώ, ομαλοποιώ, τακτοποιώ - avoir lieu, se dérouler, survenirγίνεται, γίνομαι, λαμβάνει χώρα, πραγματοποιείται, συμβαίνει, τυχαίνω σε κπ. - abandonner, laisser, quitterαφήνω πίσω, ξεχνώ να πάρω - transformé - décongeler, dégivrerαποψύχω, ξεπαγώνω - changer, modifier, transformerμεταλλάσσω - transformation - changement, modification - conversion, transformationμεταβολή, μετατροπή, προσηλυτισμός - boisementαναδάσωση - reboisement, reboisement de reconstitution, reboisement renouveléαναδάσωση, αναδασωση - disparaître - dénigrer, diminuerαφαιρώ, μειώνω - défaire, ouvrir - détournerαλλάζω, μεταστρέφω - transporter - traînerφέρνω - faire - lireδιαβάζω - surclasser, surpasserυπεράχω, υπερτερώ - entrer - affirmer, appuyer, confirmer, corroborer, justifier, prouverεπιβεβαιώνω - présupposer, supposer - dater, mettre la date surχρονολογώ - altérer, déformer, falsifierαλλοιώνω, διαστρέφω, παραποιώ - assurerασφαλίζω, διαβεβαιώνω, διασφαλίζω, εγγυώμαι - atténuer, pallierελαφρύνω, μετριάζω - enregistrer, indiquer, marquerδείχνω, καταγράφω - montrer, témoignerδείχνω, καταδεικνύω - dénoter, être, représenter, signaler, signifier, suggérerαποδεικνύει, δηλώνω, εννοεί, σημαίνει, φανερώνει - effacerαπαλείφω, διαγράφω, εξαλείφω, σβήνω - accentuer, faire ressortir, mettre l'accent sur, soulignerδίνω έμφαση, δίνω έμφαση σε κτ., τονίζω, τονίζω τη σημασία, υπογραμμίζω - nouvel essor, point de résurgence, renaissance, renouveau, renouvellement, résurgence, revitalisationανάκαμψη, αναζωογόνηση - résurrectionνεκρανάσταση - tenir, traiter, vendreασχολούμαι, εμπορεύομαι - épuiser, finirεξαντλώ, καταναλίσκω, μειώνω - porter, soutenir, supporter - appuyer, étançonner, soutenirακουμπώ, στηρίζω - ajouterπροσθέτω, συμπληρώνω - interconnecterσυνδέω - avoisiner, buter contreακουμπώ, καταλήγω, στηρίζομαι, συνάπτομαι, συνορεύω - encombrer - attirer, tirerελκύω, προσελκύω - être en marche, marcher, tournerδουλεύω - amener, apporterεκτελώ, επιβάλλω, ξεθυμαίνω - fabriquer, faire, produire, rapporter, rendreεπιστρατεύω, προκαλώ - activer, déclencher, décliquer, faire marcher, roderαποτελώ το έναυσμα, γίνομαι η αιτία να ξεκινήσει κτ., κάνω κπ. να αρχίσει να κάνει κτ., προκαλώ, πυροδοτώ - donner, établir - inciter, motiver, pousserβάζω, παρακινώ, ωθώ - démarrer, lancer, mettre en marche, mettre en route, se lancer dansαποδύομαι, αρχίζω, βάζω, βάζω μπρος, καταπιάνομαι με, ξεκινώ, ξεκινώ κτ., παίρνω μπρος - produireφέρω - abâtardir, dégrader, déshonorer, faire déshonneur àεξευτελίζω, ταπεινώνω, υποβιβάζω - assommer, interloquerρίχνω κπ. αναίσθητο με χτύπημα - stochastique - chasser, faire fuirαπομακρύνω, αποπέμπω, απωθώ, εκδιώκω - dépasser, écouler, envoler, passer, s'écoulerμειώνομαι, μεσολαβώ, πέφτω, παρέρχομαι, περνώ, προχωρώ - soumettre - aller - changer, devenir, se changer, se transformerγίνομαι, τρέπομαι - avoir la vie dure, continuer, persisterδεν εξαφανίζομαι εύκολα, διαρκώ, εμμένω - modification - parapsychologieπαραψυχολογία - événement, happeningσυμβάν - épisodeεπεισόδιο - contingence, éventualité, possibilitéενδεχόμενο - casus belliαιτία πόλεμου - transformationαλλαγή, αλλαγή περιβάλλοντος, διαφοροποίηση, μεταβολή, μεταλλαγή, μεταμόρφωση, μετατροπή, τροπή, τροπολογία, τροποποίηση - hasardσύμπτωση, τυχαίο συμβάν - incidentεπεισόδιο, περιστατικό, συμβάν - catastrophe naturelle, force majeureδύναμη - changement, variationαπόκλιση, αυξομείωση, διακύμανση, μεταβολή - cycle - cycle, tourκύκλος - réapparition, récurrence, répétition, retourεπανάληψη, επανεμφάνιση - transitionμετάβαση, μεταβολή - changement, transformation, transitionαλλαγή, μετάθεση, μεταλλαγή, μεταμόρφωση, μετασχηματισμός, μετατροπή, μετατόπιση - changement, conversion, passageμετάβαση, μετατροπή - révolution verte - éruptionξέσπασμα - cycle économiqueεμπορικός κύκλος, επιχειρηματικός κύκλος - aventureεκδήλωση, κοινωνικό γεγονός, συμβάν - changement - abiogenèseαβιογένεσισ, αβιογέννεση, αυτόματη γέννεση - capillaritéτριχοειδήσ - chaîne alimentaire - front froidψυχρό μέτωπο - ligne de grains - front occlus, front occlus et trowal, trowalθερμοκρασιακή αναστροφή - averse, ondée, pluie battante, pluie diluvienne, trombe, trombe d'eauμπόρα, νεροποντή - réactanceεπαγωγική ηλεκτρική αντίσταση - blizzard, tempête de neigeχιονοθύελλα - effet Doppler, Effet Doppler-Fizeau - electrical storm, electric storm, thunderstorm (en) - convertisseur couple, couple, moment de torsion, torqueπεριστροφική δύναμη, ροπή - pression de la vapeur, pression de vapeur - conditions atmosphériques, conditions météorologiques, météo, tempsκαιρικές συνθήκες, καιρός - élémentsστοιχεία της φύσης - acidification, acidification anthropique, acidification anthropogèneοξύνιση - affermissement, durcissement, durcissement à chaud, durcissement à la chaleur, fixage thermique, solidification, thermofixageστερεοποίηση - processus naturelδιεργασία - procedé, proceder, processus, recette διαδικασία, διεργασία, δικαστική κλήση, εξέλιξη - traitementεπεξεργασία - succession écologiqueοικολογική μεταβολή - sélection, sélection naturelleφυσική επιλογή - changement - apparition, cas - comportementαντίδραση, συμπεριφορά - nyctémère, nycthémère, rythme circadien, variation nycthémérale[Domaine]

-