Contenu de sensagent

  • définitions
  • synonymes
  • antonymes
  • encyclopédie

   Publicité ▼

sensagent's office

Raccourcis et gadgets. Gratuit.

* Raccourci Windows : sensagent.

* Widget Vista : sensagent.

dictionnaire et traducteur pour sites web

Alexandria

Une fenêtre (pop-into) d'information (contenu principal de Sensagent) est invoquée un double-clic sur n'importe quel mot de votre page web. LA fenêtre fournit des explications et des traductions contextuelles, c'est-à-dire sans obliger votre visiteur à quitter votre page web !

Essayer ici, télécharger le code;

SensagentBox

Avec la boîte de recherches Sensagent, les visiteurs de votre site peuvent également accéder à une information de référence pertinente parmi plus de 5 millions de pages web indexées sur Sensagent.com. Vous pouvez Choisir la taille qui convient le mieux à votre site et adapter la charte graphique.

Solution commerce électronique

Augmenter le contenu de votre site

Ajouter de nouveaux contenus Add à votre site depuis Sensagent par XML.

Parcourir les produits et les annonces

Obtenir des informations en XML pour filtrer le meilleur contenu.

Indexer des images et définir des méta-données

Fixer la signification de chaque méta-donnée (multilingue).


Renseignements suite à un email de description de votre projet.

Jeux de lettres

Les jeux de lettre français sont :
○   Anagrammes
○   jokers, mots-croisés
○   Lettris
○   Boggle.

boggle

Il s'agit en 3 minutes de trouver le plus grand nombre de mots possibles de trois lettres et plus dans une grille de 16 lettres. Il est aussi possible de jouer avec la grille de 25 cases. Les lettres doivent être adjacentes et les mots les plus longs sont les meilleurs. Participer au concours et enregistrer votre nom dans la liste de meilleurs joueurs ! Jouer

Dictionnaire de la langue française
Principales Références

La plupart des définitions du français sont proposées par SenseGates et comportent un approfondissement avec Littré et plusieurs auteurs techniques spécialisés.
Le dictionnaire des synonymes est surtout dérivé du dictionnaire intégral (TID).
L'encyclopédie française bénéficie de la licence Wikipedia (GNU).

Copyright

Les jeux de lettres anagramme, mot-croisé, joker, Lettris et Boggle sont proposés par Memodata.
Le service web Alexandria est motorisé par Memodata pour faciliter les recherches sur Ebay.
La SensagentBox est offerte par sensAgent.

Traduction

Changer la langue cible pour obtenir des traductions.
Astuce: parcourir les champs sémantiques du dictionnaire analogique en plusieurs langues pour mieux apprendre avec sensagent.

Dernières recherches dans le dictionnaire :

calculé en 0.218s

   Publicité ▼


 » 

dictionnaire analogique

furador, punçãoσουβλί - abbacialηγουμενικόσ - consuladoπροξενείο - ascensor, elevadorανελκυστήρας, ασανσέρ - pedreiroχτίστης - estendal, montraπροθήκη - cozinhaκουζίνα, μαγειρείο - bombeiro, canalizador, encanadorυδραυλικός - câmara municipal, prefeituraδημαρχείο - cinema, cinema.αίθουσα, κινηματογραφική αίθουσα - barroteσιδηροδοκός - máquina operatrizεργαλειομηχανή - branquearασπρίζω, λευκαίνω - bistroμικρό εστιατόριο-ποτοπωλείο - coluna, pilarκίονας, κολόνα, στήλη - erguerανεγείρω, στήνω, υψώνω, χτίζω - εργαλείο - eliminarαποκλείω, βγάζω από τη μέση, εξαλείφω - exceptuar, omitirαποκλείω, εξαιρώ, παρακάμπτω, παραλείπω - confirmar, corroborarεπιβεβαιώνω - construçãoκατασκευή - erecçãoανέγερση - fabricaçãoκατασκευή - construção navalναυπηγική - προκαταβολική κατασκευή, προκατασκευή - edifício, prédioΚτίριο ή Χτίριο, οικοδομική - apoiar, encostar, suportar, sustentar, susterακουμπώ, στηρίζω - destruirκαταστρέφω - criar, planear, projectarσχεδιάζω - fazer, serκατασκευάζω, φτιάχνω, χτίζω - reformar, renovarανοικοδομώ, κτίζω πάλι - desmanchar, desmontarαποσυναρμολογώ, διαλύω, διαλύω σε κομμάτια, ξεμοντάρω - arruinar, demolir, destruir, dilapidar, estragarκατεπειρώ - possível, praticávelεπιτεύξιμος, εφαρμόσιμος, εφικτός, πραγματοποιήσιμος, πραγματώσιμος, υλοποιήσιμος - ελέγχω, εξακριβώνω - açougue, matadouroσφαγείο - aceleradorγκάζι, πεντάλ γκαζιού - chave de boca ajustávelρυθμιζόμενο γαλλικό κλειδί - adobe, brique crue (fr) - hangarυπόστεγο αεροσκαφών, χώρος συντήρησης αεροσκαφών - κομπρεσέρ αέρος - chambre anéchoïde, chambre anéchoïque, chambre sourde, salle anéchoïde, salle anéchoïque (fr) - átrio, hall da entradaαίθουσα αναμονής, είσοδος, προθάλαμος, φουαγιέ, χώρος υποδοχής - apadana (fr) - apartamentoδιαμέρισμα, δωμάτιο, χώρος - imóvel, prédioπολυκατοικία - apiárioμελισσοκομείο - absideαψίδα - scie à onglet (fr) - indústria de panificação, padariaαρτοποιείο, αρτοπωλείο, φούρνος - salão de baileαίθουσα χορού - balaústreκάγγελο, κάγκελο, στύλοσ - coreto - balaustrada, balaústre, corrimão, lançoκάγκελο σκάλας, κουπαστή σκάλας - trancaβέργα - barre (fr) - voûte en berceau (fr) - bar, salãoαίθουσα μπαρ, καπηλειό, μπαρ, ποτοπωλείο, σαλούν, σαλόνι πλοίου, τραπεζαρία - quarto de banho - aríeteκριόσ - vigaδοκάρι, καδρόνι - balbúrdia, barulheira, casa de tolos, confusão, hospital de alienadosτρελοκομείο, φασαρία, φρενοκομείο - câmara, compartimento, dormitório, quartoδωμάτιο, θάλαμος, κάμαρα, κάμαρη, κοιτώνας, κρεβατοκάμαρα, κρεββατοκάμαρα, υπνοδωμάτιο - colmeia, colméia, cortiçoκυψέλη - santuárioεκκλησία ναυτικών, ιερό - blocoγραφείων κτλ., πολυκατοικία, συγκρότημα, συγκρότημα σπιτιών - poste, poste de amarraçãoδέστρα σκάφους, στυλίσκος ελέγχου της κυκλοφορίας στους δρόμους - μάνταλο - cabine, cubículo, quiosqueδιαχωρισμένο τμήμα, θάλαμος, καμαράκι, κιόσκι, περίπτερο - boudoirιδιαίτερο δωμάτιο κυρίασ, μπουντρούμι - ζυθοπωλείο, μπιραρία - construção, prédioκτήριο, κτίσμα, οικοδόμημα - praça de tourosαρένα, αρένα ταυρομαχίας - bungalow, moradiaμπανγκαλόου - cabinaκαμπίνα μηχανοδηγού ή οδηγού φορτηγού κτλ. - cabine (fr) - café, cafeteria, cafetería, pub, restauranteκαπηεταιρια, καφέ, καφενείο-μπαρ, καφετέρια, καφετερία - snack-barεστιατόριο σελφ σέρβις - cantine (fr) - treuil (fr) - hospedaria para caravanas, hotel muito grandeχάνι για καραβάνια - caserne (fr) - κάσα - cathèdre (fr) - tecto - alvéolo, celaκελί - κέντρο - αλυσίδα - serra de corrente - cabanaελβετικόσ οικίσκοσ, καλύβα βοσκού, ξύλινο σπιτάκι, σαλέ - cabinet, chambre (fr) - coro, santuárioιερό - κοτέτσι, ορνιθώνας - Eurotúnel - balcãoεξώστης - serra circularδισκοπρίονο, ηλεκτρικό κυκλικόν πριόνι - aula, classe, sala de aulaαίθουσα διδασκαλίας - salle blanche (fr) - έδρα συλλόγου, λέσχη - embraiagemσυμπλέκτης αυτοκινήτου - arredondadas, pedra, pedras arredondado, pedregulhoπέτρα επίστρωσης οδού - case, casier, compartiment (fr) - misturadoraμπετονιέρα - confessionárioεξομολογητήριο - γωνία - canto, esquinaγωνία, γωνιά, κόγχη, κόχη - corredorδιάδρομος - casa de campo - δόμος, στρώση - pátio, praça, tribunalαυλή, προαύλιο - estábulo - βρεφοκομείο - pé-de-cabraλοστός - datcha (fr) - corredor da morte - pont (fr) - désintoxication (fr) - enxada, sacola, semeadorφυτευτήρι - sala de jantarτραπεζαρία - discotecaδισκοθήκη, ντίσκο, ντισκοτέκ - door (en) - maçaneta, punhadoπόμολο, ρόπτρο - degrau de porta, soleiraκατώφλι - entradaάνοιγμα της πόρτας, κατώφλι - água-furtada, lanternim, trapeiraφεγγίτης - alojamento, dormitório, residênciaκοιτώνας, οικοτροφείο, φοιτητική εστία - brocaάκρο τρυπανιού - polidoraλειαίνων - domicílio, habitação, lar, moradiaκατοικία, σπιτικό - varaπήχησ, προσθήκη σχήματοσ - sala de emergênciaαίθουσα - chambre des machines, salle des machines (fr) - entablamento - ίδρυμα - fachadaπρόσοψη, πρόσοψη - feed lots (fr) - νοσοκομείο εκστρατείας, στρατιωτικό νοσοκομείο - chaminé, fogão de sala, lareiraεστία, τζάκι - ladrilho - soalho - andar, pisoόροφος λεωφορείου - salle des marchés (fr) - chasse d'eau, entraînement par l'eau, lavage aux sluices, remblayage hydraulique, transport par l'eau (fr) - castelo de proaέμπροσθεν διαμέρισμα πλοίου, θάλαμοι πλωρήσ - porte-fenêtre (fr) - fulcro, ponto de apoio, sustentáculoυπομόχλιο - coyau (fr) - empenaαέτωμα - belvedere, mirante, terraço, varanda - géode (fr) - gargote (fr) - estufaσέρα - κάτοψη κτίριου - pensãoξενώνας, πανσιόν - serraσιδεροπρίονο - salão da gloriaαίθουσα της φήμης - εργαλείο χειρός, χειρονακτικά εργαλεία - harémχαρέμι - cumeeiraάμφια, μανδύασ ιερέωσ - taille-haie (fr) - ermidaερημητήριο - hipódromoιπποδρόμιο, ιππόδρομος - hogan-navajo (fr) - γάντζος - ala, enfermariaθάλαμος - albergo da juventude, albergue da juventudeξενώνας, ξενώνας νεότητας - ξενώνας - hotelξενοδοχείο - δωμάτιο ξενοδοχείου - casaκτήριο - geladeira - campo de patinagem, rinque de patinação, rinque de patinação no gelo, rinque de patinagemπαγοδρόμιο - σιαγόνες εργαλείου, συνδετήρας - barrote, caibro, trave, viga, viga do sobradoμαδέρι οροφήσ, πατερό - motor de arranqueκλειδί, μίζα αυτοκινήτου, μοχλός - igrejaσκωτική εκκλησία - kitchinetteκουζινίτσα, κουζινούλα - habitation lacustre, maison sur pilotis, palafitte (fr) - lanai (fr) - couteau diviseur, lancette, tranche-fil, tranche-fils (fr) - τόρνος - latrinaαποχωρητήριο στρατοπέδου - cortador de relva, máquina de tosquiarμηχανή κουρέματος γκαζόν, μηχανή κουρέματος χόρτου - nível, nivelador, nível de bolhaαλφάδι - bibliotecaβιβλιοθήκη - sala de estarκαθιστικό, καθιστικό δωμάτιο, σάλα, σαλόνι - αποδυτήρια - mansardaπατάρι - cabana feita de torosξύλινη καλύβα - sala de espera, sala de estarαίθουσα αναμονής, σαλόνι - clarabóia, gelosia, trapeiraκινητέσ γρίλιεσ - μηχάνημα - maquinariaμηχανές, μηχανήματα, μηχανικός εξοπλισμός - manoir (fr) - mansardaδίκλινη στέγη, σοφίτα - mastro de primeiro de maio, mastro enfeitadoγαϊτανάκι - asiloψυχιατρική κλινική - fresadora, máquina de fresar - almenara, minareteμιναρές - ministérioυπουργείο - μονή, μοναστήρι - chave inglesa - monolitoμονόλιθοσ - morgue, mortuário, necrotérioνεκροθάλαμος, νεκροτομείο - mesquitaμουσουλμανικός ναός, τέμενος, τζαμί - pilareteκατακόρυφο πέτρινο χώρισμα παραθύρων - naveκεντρικό κλίτος ναού - escritório, gabinete, mesa, secretáriaγραφείο, χώρος εργασίας - óperaόπερα - sala de operaçõesαίθουσα χειρουργείου, μέγαρο λυρικής σκηνής, χειρουργείο, χειρουργικός - fosso da orquestraπλατεία θεάτρου - janela salienteεξέχων παράθυρο - anexoβοηθητικό κτίσμα - alpendre, anexo, dependência, depósito, telheiroαποχωρητήριο, βοηθητικό κτίριο, υπόστεγο - pagodeπαγόδα - couteau de peintre, spatule (fr) - dispensaαποθήκη τροφίμων, κελάρι - χαρτοκόπτης - casa paroquial, presbitérioκατοικία εφημέριου, πρεσβυτέριο - Παρθενώνας - espinel, espinhel, padre-nosso, pai-nossoπάτερ ημών - patio, pátio, quintal, terraçoπλακόστρωτος χώρος - ζαχαροπλαστείο - pedalπεντάλ, πετάλι - frontãoαέτωμα, αέτωμα κτίριου - apartamento QUERYρετιρέ, σοφίτα - janela panorâmica - local de cultoοίκος του Θεού, τόπος λατρείας - plan (fr) - alicates, pinçaδαγκάνες, πένσα - varandaείσοδος - pórticoπροστέγασμα - πρεσβυτέριο - presse (fr) - BitolaΜοναστήρι - bar, tabernaμπαρ, μπιραρία, παμπ - rambarde (fr) - sala de recepção, sala de visitasαίθουσα υποδοχής - refeitórioμεγάλη τραπεζαρία - residênciaκατοικία, τόπος διαμονής - restauranteεστιατόριο - rinque, rinque de patinagemπίστα, πίστα παγοδρομίου, πίστα πατινάζ, παγοδρόμιο - bras de cueillage, bras de levier, culbuteur, hebelarm (fr) - jubé (fr) - tetoσκεπή, στέγη - espaçoδωμάτιο - diamante-rosa, ornato em forma de rosa, rosácea, roseta - sala de jogosδωμάτιο αναψυχής - saunaσάουνα, χαμάμ - pince à avoyer (fr) - andaime, estradoεξέδρα, σκαλωσιά - colégio, escolaσχολείο - moustiquaire, rideau protecteur (fr) - gangorraτραμπάλα - γνώμονασ - armazém, loja, negócioεπιχείρηση, κατάστημα, μαγαζί - guarita de sinais, guarita de sinalização - clarabóiaφωταγωγός - arranha-céus - sala de fumo, sala para fumantesκαπνιστήριο - ferro de soldarεργαλείο συγκόλλησης - πλήκτρο διαστήματος - speakeasy (fr) - estádio, faseστάδιο - montanteστήριγμα, στύλοσ - escada - πέτρα - armazémαποθήκη - solárioδωμάτιο ηλιόλουστο - teto-solar - sinagogaσυναγωγή - tecla tabuladora - tourne-à-gauche (fr) - hospedaria, tabernaταβέρνα - molhado de lágrimas, salão de cháκλαμένος, τεϊοποτείο - cabina, cabina telefónica, cabine, cabine telefónicaτηλεφωνικός θάλαμος - poste telegráficoτηλεγραφικός στύλος - tendaσκηνή ερυθρόδερμων, σκηνή ινδιάνων - troisième rail (fr) - travessa - banheiro, casa de banho, retreteWC, αποχωρητήριο, απόπατος, αφοδευτήριο, καμπινές, μέρος, τουαλέτα - casa de banho, toalete, vaso sanitário - palitoοδοντογλυφίδα - κλειδί ροπής - câmara municipalδημαρχείο - transeptoπτέρυγα ναού - poste, suporte, tirante, travessa, travessão, vigaτραβέρσα - ορθογωνιόμετρο - régua-tê - túnelσήραγγα, στοά, τούνελ - mictório, urinolανδρικό ουρητήριο - maison de vancances (fr) - varandaβεράντα - sacristiaιεροφυλάκιο, σκευοφυλάκιο - isoloir (fr) - σφηνόλιθος - virure (fr) - wall (en) - lavabo, lavatório - robinet (fr) - bordel, lupanar, prostíbuloμπορδέλο, οίκος ανοχής, πορνείο, χαμαιτυπείο - tenda dos índiosδερμάτινη σκηνή ερυθρόδερμων, σκηνή ερυθροδέρμων - vitrina, vitrineβιτρίνα - janela - chave inglesaγαλλικό κλειδί, κάβουρας - instabilidadeαστάθεια - estabilidade, firmezaευστάθεια, σταθερότητα - cadastro - internatoσχολικό οικοτροφείο - Mount Vernon (fr) - tecnóloga, tecnólogoμηχανικός, τεχνολόγος - génie militaire (fr) - constructor, constructora, construtor, empreiteiraκατασκευαστής, οικοδόμος - société militaire privée (fr) - electricistaηλεκτρολόγος - agrimensor, geómetra, lagarta-mede-palmosγεωμέτρης - transportadorμεταφορέας - locador, localizadorεξευρίσκων, τοποθετών - pedreiroχτίστης - programadorπρογραμματιστής - couvreur en chaume (fr) - Léonard de Vinci, Leonardo da Vinci (fr) - traction (fr) - silícioπυρίτιο - pedra-pomes, pomesελαφρόπετρα - colaκόλλα - colaκόλλα - κόλλα, μέτρημα μέγεθουσ - concreto armado, lajeμπετό αρμέ - Ciment Portland, Ciments Portland (fr) - μπεντονίτησ - betão, cimento armado, concretoμπετόν, σκυρόδεμα, τσιμέντο - fibra de vidroίνες υάλου, υαλοβάμβακας - betumeασφαλτόπισσα, βιτουμένιο - alcatrãoπίσσα - ανθρακοπίσσα - ασβεστίτησ - carbonato de cálcio - oleadoμουσαμάς για το πάτωμα - madeiraξυλεία, ποσότητα τεμαχισμένων ξύλων - grésαμμόλιθος - pórfido, pórfiroπορφυρίτησ λίθοσ, πορφυρόλιθοσ - papelão barato[Domaine]

-

 


   Publicité ▼