Contenu de sensagent

  • définitions
  • synonymes
  • antonymes
  • encyclopédie

   Publicité ▼

sensagent's office

Raccourcis et gadgets. Gratuit.

* Raccourci Windows : sensagent.

* Widget Vista : sensagent.

dictionnaire et traducteur pour sites web

Alexandria

Une fenêtre (pop-into) d'information (contenu principal de Sensagent) est invoquée un double-clic sur n'importe quel mot de votre page web. LA fenêtre fournit des explications et des traductions contextuelles, c'est-à-dire sans obliger votre visiteur à quitter votre page web !

Essayer ici, télécharger le code;

SensagentBox

Avec la boîte de recherches Sensagent, les visiteurs de votre site peuvent également accéder à une information de référence pertinente parmi plus de 5 millions de pages web indexées sur Sensagent.com. Vous pouvez Choisir la taille qui convient le mieux à votre site et adapter la charte graphique.

Solution commerce électronique

Augmenter le contenu de votre site

Ajouter de nouveaux contenus Add à votre site depuis Sensagent par XML.

Parcourir les produits et les annonces

Obtenir des informations en XML pour filtrer le meilleur contenu.

Indexer des images et définir des méta-données

Fixer la signification de chaque méta-donnée (multilingue).


Renseignements suite à un email de description de votre projet.

Jeux de lettres

Les jeux de lettre français sont :
○   Anagrammes
○   jokers, mots-croisés
○   Lettris
○   Boggle.

Lettris

Lettris est un jeu de lettres gravitationnelles proche de Tetris. Chaque lettre qui apparaît descend ; il faut placer les lettres de telle manière que des mots se forment (gauche, droit, haut et bas) et que de la place soit libérée.

boggle

Il s'agit en 3 minutes de trouver le plus grand nombre de mots possibles de trois lettres et plus dans une grille de 16 lettres. Il est aussi possible de jouer avec la grille de 25 cases. Les lettres doivent être adjacentes et les mots les plus longs sont les meilleurs. Participer au concours et enregistrer votre nom dans la liste de meilleurs joueurs ! Jouer

Dictionnaire de la langue française
Principales Références

La plupart des définitions du français sont proposées par SenseGates et comportent un approfondissement avec Littré et plusieurs auteurs techniques spécialisés.
Le dictionnaire des synonymes est surtout dérivé du dictionnaire intégral (TID).
L'encyclopédie française bénéficie de la licence Wikipedia (GNU).

Copyright

Les jeux de lettres anagramme, mot-croisé, joker, Lettris et Boggle sont proposés par Memodata.
Le service web Alexandria est motorisé par Memodata pour faciliter les recherches sur Ebay.
La SensagentBox est offerte par sensAgent.

Traduction

Changer la langue cible pour obtenir des traductions.
Astuce: parcourir les champs sémantiques du dictionnaire analogique en plusieurs langues pour mieux apprendre avec sensagent.

Dernières recherches dans le dictionnaire :

calculé en 0.265s


 » 

dictionnaire analogique

θεατρώνης, θιασάρχης, ιμπρεσάριος, παραγωγόςمتعهد الحفلات, مروّج, منظّم العروض, مُنَظِّم حَفلات إسْتِعْراضِيَّه - βοηθός, εργαζόμενος, υπάλληλοςمستخدم, مَسْتَخْدَم، مُوَظَّف, مُساعِد، خادِم - αυτόπτης μάρτυραςشاهد عيان, شاهِد عَيان - عامل - αντιρρησίας συνείδησηςرافض الخدمة العسكرية, رافِضُ الخِدْمَه العَسْكَرِيَّه لاعْتِبارات دينيَّه أو أخلاقِيَّه - γυναίκα, η σύζυγος, συμβία, σύζυγοςزوجة, زَوْجَه - επιστήμοναςعالم, عالِم - μισογύνησكاره النساء - chômeur (fr) - εργοδότηςربّ العمل, مُشَغِّل، رب العَمَل - frimeur (fr) - έξαρχοσ, αντιπρόσωποσ του πάπαمندوب - διαγωνιζόμενος, -ον, -ουσα, συμμέτοχος, συμμετέχωνمشارك, مُشارِك، مُشْتَرِك - ταξιδιώτηςمسافر - χριστόσمسيح المنتظر - Louis Seymour Bazett Leakey (fr) - Μάτα Χάρι - αγοροκόριτσοفتاة المسترجلة, فَتاة تتشَبَّه بالصِّبْيان في الخُشونَه - αναίσθητος, εξόφθαλμος, ηλίθιος, χοντροειδής, χοντρόπετσοςبليد, شَديد, غَبي, واضِح جدا - κυνικόςساخِر، تَهَكُّمـي, كاره للبشر, متهكم - μεσσιανικόσيهودي مسيحي - famille nucléaire (fr) - famille (fr) - νοικοκυριό, οικογένεια, σπιτικόأهْل البَيْت، أسرَه, تدبير المنزل, عائلة - λαός, πληθυσμόςجمهور, عالم, عامة الناس, عامَّة الناس او الجُمْهور - μισθωτοί χειροκροτητέσالمصفقون المستأجرون - fandom (fr) - قابيل - αιτών, υποψήφιοςمتقدّم, مُقَدِّم الطَّلَب - ευεργέτηςمتبرّع, مساعد, مُحْسِن، مُتَبَرِّع - κοινός θνητόςشَخْصٌ من عامَّة الشَّعْب, عامي - επικοινωνώνمحاور - φοβητσιάρης, φοβιτσιάρηςجبان, جَبان - δημιουργόςخالِق، مُبْدِع, مبتكر, مخترع - προστάτης, υπερασπιστής, φύλακαςحارس, حارِس, حامي, حامٍ، مُدافِع، واقٍ, صاد الضربات, مدافع, ولي الأمر - ειδικός, εμπειρογνώμονας, εξπέρ, μετρ, σπεσιαλίσταςخبير, شَخْص خَبير - παρατηρητήςمراقب, ملاحظ, مُراقِب, نّاظر - بادرة, متقدم - δουλεύτης, εργάτης, εργαζόμενος, υπάλληλοςعامل, عامِل, عامِل يَدَوي, عامِل يَدَوي، حِرَفي, عامِل يَشْتَغِلُ بصورَةٍ شاقَّه أو بَطيئَه - κηδεμόνασفهرمانة - متهم, متّهم - άσος, αστέρι, δεξιοτέχνης, ειδικός, πολύ καλός, φιλότεχνοςأزيز, بطل, حذق, خبير, خَبِير، مَاهِر، حَاذِق, ساحر, عازِف بارِع، مُتَذَوِّق للفَن, عامل البارع, عبقري, مخضرم, موهوب, مُتَفَوِّق, نجم - θαυμαστής, λάτρηςأدورر, معجب, مُعْجَب بِ, مُعْجَب بِأمْرَأَه - νεαρόςالمُرَاهِق, شاب ما بَين 13 و19 من العُمْر, صبّي, فَتى, مراهق - μοιχόσزاني, زّاني - μοιχαλίδα, μοιχαλίσأفسد, باغية, زّانية, فاسقة, وقحة - αντίπαλος, ανταγωνιστήςخصم, خَصْم, خَصْم، مُعارِض, عدوّ, معارض - σύμβουλοςمستشار, مُستشار, مُسْتَشار, نَاصِح، مُسْتَشَار - συνήγορος, υπέρμαχοςداعية, مؤيّد, محامي, مقترح, مُؤَيِّد، مُنَاصِر - αντιπρόσωπος, μυστικός πράκτοραςعَمِيل, وكيل - αντιπρόσωπος λογοτεχνών - προβοκάτορασإستفزازي - ταραχοποιόςمحرّض, مشاغب, مُهَيِّج، مُثِير لِلفِتَن - λευκίτησإنكلترة بلغة الشعر, اّمهق - Ali Baba et les quarante voleurs (fr) - υποστηρικτής, χρηματοδότηςمؤيّد, مُؤيِّد، داعِم، مُناصِر - μαθητευόμενοςتِلْميذ ما زال يَتَعَلَّم صَنْعَه, مبتدئ, متدرّب, متعلّم - κάθαρμα, πρόστυχοςأحمق, إبن الزّنى, إِبْن كَلْبَه, شَخْص حَقير - θεία, θείτσαعمّة, عَمّـه، خالَه، زَوجَة العَم أو الخال, عُمَيمَه، خُوَيلَه - οικιακή βοηθόσ - αυθεντίαخبير - ميكانيكي - aya, âya (fr) - babu (fr) - νήπιο, νεογνό, πολύ μικρό παιδίرضيع, طفل, طِفل رَضيع, طِفْل, طِفْل، قاصِر - μπέιμπι σίτερ, φύλακασ νήπιωνحاضنة, مُراقِبَه، مُعْتَنِيَه، رَقّابَه، مُرَبِّيَه, مُرَبيَـة أطفال - malfaiteur, mauvais garçon (fr) - θεματοφύλακασالمودع لديه, حارس اِموال - παιδίοإبن, إبنة, طفل - ramasseur, ramasseur de balles, ramasseuse (fr) - μπεγκούμ - καλλονή, ωραία γυναίκαحسناء - meilleur ami (fr) - frère ainé, Loft Story (fr) - متعصّب - σπουδαίο πρόσωποمسدس كبير - γυναίκα διανοούμενη, λόγια γυνήمثقّفة - βαρκάρηςبَحّار، نوتي، مَراكِبي, مراكبيّ, ملاح - μισθωτήςرّئيس, مؤجّر, مُسْتأجِر - ευταξίασ ποτοπολείουحارس - αγόρι, νεαρός, παιδί, παλικαράκιسوني, شبل, صبي, صَبي، فتى, فتى, ولد - αγόρι, εραστήςشخص, صّديق, قروي العاشق - عائل - παλιόφιλος, στενός φίλος, φιλαράκιرَفيق، زَميل, زميل, صاحب, صديق, صديق حَميم, صَديق, صَديق حَميم، رَفيق, صَديقٌ حَميم, صّديق, نَصير - αλλοτριοπραγμών, ανακατωσούρησفضوليّ - αρχιυπηρέτησ, μπάτλερ, οικονόμοσرئيس الخدم - απλός θεατήςمتفرّج, مُتَفَرِّج، مُشاهِد، واقِف على الحِياد - δόκιμος, μαθητής στρατιωτικής σχολήςطالب العسكري, طالب طالِبُ مَدْرَسَةٍ عَسْكَرِيَّه, مُتَدَرِّب عَسْكَري - καλλιγράφοςخطاط - κομιστής, φορέαςحامِل، حمّال, حمال, شّيّال, ناقل - υπέρμαχος, υπερασπιστήςبالادن, بطل, حامٍ، مُدافِع عَن, مقاتل - γραμματέαςرئيس الوزراء, رَئيس الوزارَه, رَئيس وُزَراء, مستشار - προσωπικότηταشخص, صنف - πολυλογάςثرثار, ثّرثار, عقعق, متحدّث غبي - بخيل - ανήλικος, γιος ή κόρηصَبي صَغير, صّغير, طفل, قاصِر, كتكوت, وَلَ / إبْن / إبْنَه - παιδί, τέκνοابن, ابنة, طفل, طفلة, ولد - βρέφος, μωρό, παιδίرضيع, طفل - choragus (fr) - καρόιδο, χάνοςأحمق, بتسي, خشبة, ساذج, غَبي، أحْمَق - ένα τίποτα, ασήμαντο πρόσωποتافه, لا أحد, نَكِرَه، شَخْص لا يَعْرِفُه أحَد - καθαριστήςمُنَظِّف - κόρηكولين - γίγαντας, τιτάναςجبّار, عملاق, وزن الثقيل - σύμβουλοςعضو المجلس - δεύτερη σύζυγος, παλλακίδα, παλλακίσحَظِيَّه, دوز, زَوْجَه ثانِيَه, محظية - διασύνδεσηعلاقات, معارف - γνώστης, ειδήμων, ειδικός, κπ. που έχει την ικανότητα να κρίνει, κριτήςخَبير، ذَوّاقَه, ذوّاق, قاضي, قاضٍ، حَكَم، خَبير في الأمْر - μιμητήςأبر, تقليد, محاكي, مقلّد, مُقَلِّد - مؤلّف الإعلانات - chipie, garce, vache (fr) - άτομο, πλάσμαكائن حيّ, مخلوق - άπειρος, αρχάριος, νεοφερμένοςشبل, مبتدىء, مجنّد الجديد - λυκόπουλο, νεαρός πρόσκοποςشبل, شِبل كَشّاف, شِبْل كشْفـي - έφορος μουσείουأمين, أمين متْحَف, منظم معارض أو عروض - φύλακαςحارِس, حارِس، مُحافِظ, حامي - cyborg (fr) - κυνικόςكلبي ، ساخِر، متهكّـم, متهكم, ناقد - μπαμπάς, πατέραςأبي، بابا, اب - άνθρωπος θερμοκέφαλοςشَخْص حاد الطَّبْع وسَريع الغَضَب, متعنتر, متهور, مجنون, مخاطر - θυγατέρα, κόρηإبْنَه، بِنْت, ابنة, بنت - δυσφημητήσ, συκοφάντησمشوّه السّمعة, ناشر الفضائح, نّمّام - δημαγωγόσديماغوجي - femme de statut inférieur, femme douteuse (fr) - πηγαίνωνتارك - δυσφημιστήσذامّ, مستهزئ - avocat du diable, promoteur de la foi (fr) - ημερολογιογράφοσ, χρονικογράφοσصحفي, كاتب اليوميات - διευκρινιστήσمفرق, مميّز - αντικαθεστωτικός, αντιφρονώνمحتجّ, معطرد, منشق, منشقّ, مُنْشَق، مُخالِف - ζωντοχήραمطلّق - διπλός πράκτοραςعَميل مُزْدَوِج - αξιοπρεπήσ κυρία, χήρα, χήρα κληρονόμοσأرملة - εργάτησ δημόσιων έργων, εργάτησ εισ δημόσια έργα, σκαφτιάσحاجب, حفّار, كادح - غبي - كاسب - ectomorphe (fr) - أناني, مغرور - معتق - απόδημος, μετανάστης, ξενιτεμένοςمهاجر, مُهاجِر - απεσταλμένοσمبعوث - δελεάστρια, ξεμυαλίστραديليلا, ساحرة, فاتنة - ωραιολάτρησإسذيت, ذّوّاقة - ευνούχοσخصيّ - εξοχότηταسعادة, صاحِب السِّياده / السَّعاده/ الفَخامَه - مستعمل, مستغلّ - δημιουργός, ιδρυτήςأب، والِد, أبو، مُبْتَدِئ، مُنْشِئ, أبّ, منجب - πεθερόσالحمو أبو الزوجة أو الزوج, حَمو - بنت, فتاه - παραγωγόςمنتج, منتج سينمائي - επιπόλαιο κοράσιο, επιπόλαιο κορίτσι, μυγοσκοτώστρα, νεοσσόσ, πουλάκιزعنفة - κόλακαςمتزلّف, متملّق, مُتَمَلِّق، مُتَزَلِّف, مُدَاجٍ مُدَاهِن - αλλοδαπός, ξένη, ξένοςأجنبي, أجنبيّ, شَخْص أجْنَبي, غَرِيب، أجْنَبِي - صحفي مستقل - σκουπιδιάρηςزَبّال - γκέισαغايشا, فتاة الجيشا اليابانيَّه - رجل, رّجل - مؤلّف, مصدر - γολιάθعملاق - Αλφονσος, ζιγκολό, συνοδόσ υπό πληρωμή, συντηρούμενοσ από γυναίκαراقص محترف, رجل بِ عنل, قواد - δεσποινίς, κοπέλα, κοπελιά, κορίτσιبنت, عذراء, عَزْباء, فتاة شابَّه, ميسي - guide, scoute (fr) - βαφτισιμιά, βαφτισιμιός, βαφτιστήρα, βαφτιστήριفَلْيون، إبن أو إبنة في المعموديَّه - filleule (fr) - filleul (fr) - bon à rien, propre à rien (fr) - bon (fr) - σαμαρείτησسامري - gouverneur général, patron (fr) - νεκροθάφτηςحفّار القبور, حَفّار القُبور - grand-oncle (fr) - griot (fr) - groupie (fr) - مؤلف من رمح و فأس - أحمق, حمار, سّاذج, متزلّف, متملّق, مغفّل, هفوة - عامل الماهر, ماهِر في ممارسَة الأعْمال اليدويَّه - منفّذ - καπελάςبائع قبعات النساء, خياط, صانِع أو بائِع القُبَّعات - επικεφαλής, προϊστάμενος, πρόεδροςالرَّئيس أو أهم شَخْص, رئيس, رئيس، زَعيم قَبيلَه - αρχηγός κράτουςرئيس الجمهورية, رئيس الدّولة - ακροατήσحاضر, سامع, مستمع - متخلّف - نهم - οικοδέσποινα, οικοδεσπότηςمستضيف, مضيف, مُضيف - γυναίκα, νοικοκυράربّة البيت, ربَّة مَنْزِل - φιλάνθρωποσإنساني, محسن - εικονοκλάστης, εικονομάχοσثّائر - ανίκανος, βλάκας, γάϊδαρος, διανοητικά καθυστερημένος, ηλίθιος, ιδιώτης, κουτός, μικρόνους, χαζός, χοντροκέφαλοςأبله, أبْلَه, أبْلَه، مَعْتوه, أجْدّب، أهْبَـل, أحمق, أحْمَق, أحْمَق، أهْبَل, إنْسان غَبي ``حِمار'', بليد, حمار, غبي, غبيّ, غَبي, غَبي، أحْمَق, قَمـيء, متخلّف, مشوه, مَعْتوه - αμαθήσ, βλάκασجهول - ερεθιστήσمحرض, محرّض - επαναστατημένος, στασιαστήςثائِر، مُتَمَرِّد, متمرّد, مُتَمَرِّد, مُتَمَرِّد، عاصٍ - εισβολέας, καταπατητής, παραβάτησ, παρείσακτοςدخيل, دَخيل، مُتَطَفِّل, متجاوز, متطفّل, مُتَعَدٍّ، مُذْنِب - εισβολέαςغازٍ, متجاوز, محتل - homme à tout faire, touche-à-tout (fr) - επιστάτης, θυρωρόςبوّاب, حارِس بِنايَه - γρουσούζησ, ιώνασنحس - أصغر, إبن - شّخصٌ الهامّ - οικογένεια, σόιأقْرِباء، أنسِباء, عائلة, قريب - «ξερόλας», παντογνώστης, πολύξεροςالمُدَّعي بِمَعْرِفَة كُل شيء - παράταιρο στοιχείοالشَّخْص أو اللاعِب المَتْروك خارِج الفَريق, الشَّيء المُخْتَلِف, مجنون - عامل, عامِل - κορίτσιفتاة, فَتاة صَغيرَه - retardataire (fr) - ο μη ειδικόςشخص عادي, علماني - ναυαγοσώστηςحارس الإنقاذ, منقذ, مُنْقِذ السابِحين - gardien de phare (fr) - μικρή αδερφή - παρατηρητής, σκοπός, φρουρόςحارس, خَفير، حارِس, كشّاف, محدّد المواقع, مراقبة, مُراقِب، رَقيب - άνθρωπος αδύνατος, άνθρωπος που δυναστεύεται από άλλους, αδύνατοςالخاسِر، الأضْعَف، المُضْطَهَد, مستضعف - αγροίκος, χοντράνθρωποςأحمق, شخص غبي, شريب, شَخْص أخْرَق - προσωπικότητα, σπουδαιότητα, φωστήρ, φωστήρασ, φωτοβόλο σώμα, φωτοδότησبارز, نجم, وجيه, وَجاههَ، رَجُل ذو أهَمِيَّه في المُجْتَمَع - soleil (fr) - ενεδρεύωνجوّاس, لوركير, مختبيء - μάνα, μαμά, μητέραأم, أمّ, أُم, أُم، ماما, إمرأة, زوجة, ماما، أمّي - machine (fr) - αρχιοικονόμοσ - άντραςرجل, رَجُل - άνδραςرجل - homme (fr) - αδώνησ, αστεροειδήσ αδώνησأدونيس - άνθρωποςإنسان - homme (fr) - ηθικολόγοςصارم - δάσκαλος, καθηγητής, μάστορας, τεχνίτηςسيّد, ماهِر، حاذِق, محترف - عضو, عُضْو - αγγελιαφόρος, αγγελιοφόρος, απεσταλμένος, μαντατοφόρος, ξεναγός, συνοδός ομάδας τουριστώνرسول, رَسول, رَسول، حامِل رِسالَه, ساعي, مُرافِق السُّـيّاح - porteur (fr) - métèque (fr) - ضابط البحري - le soldat fanfaron (fr) - μισάνθρωποσعدو الإنسان, مبغض للبشر - κύριοςسيد, سَيِّد, سّيد - ήρωας, μοντέλο, πρότυπο, υπόδειγμαقدوة, مثال, مِثال، قُدْوَه - سيد - εργολάβος κηδειώνحانوتي يُجَهِّز المَوْتى للدَّفن, متعهّد, مجهز الجنازات, مُجَهِّز الجنازات - حماة, حَماة، أم الزَّوْج أو الزَّوْجَه - μουζίκοσ, ρώσσοσ χωρικόσ - συνονόματοςسَمِي، شَخْص يَحْمِل نَفْس الأسْم, نفس الاسم - ανιστορητής, αφηγητής, αφηγητής ιστορίαςراوي, راوي القصص, راوٍ، قاص, راوٍ، قاصٌّ, راوٍ، مُفَسِّر - ματαιώτησمعرقل, مُحبط - νεοφερμένοςجديد, قادِم جَديد, مبتدئ, مبتدىء, مبدئ, مشترك - بخيل, فظّ - بومة, محب السهر - αμερικανάκι, κουτορνίθιأبله, شخص احمق - αρχάριος, δόκιμος μοναχός, πρωτάρηςراهِب مُبْتَدئ في دَيْر, مبتدئ, مستهلّ, مُبْتَدئ في مِهْنَه, مُبْتَدِئ - νυμφίδιο - قديم, مسنّ - αυτός που χειραγωγεί και εκμεταλλεύεται τους άλλους, χειριστήςالمُعالِج اليَدوي، مُضارِب, مشغل, معالج, مُشَغِّل الآلَه - opiomane (fr) - صانِع أو بائِع النَّظّارات, فاحص البصر - ρήτοραςبليغ, خطيب, خَطيب، رَجُل فَصيح - يتيم, يَتيم - απόβλητος, απόκληρος, παρίαςمرفوض, منبوذ, مَنْبوذ - επιστάτηςمدير, مراقب, مُراقِب، مُشْرِف - ιδιοκτήτης, κάτοχοςصاحِب، مالِك, مالك, مالِك, مالِك، صاحِب - γονιός, κηδεμόναςأحَدُ الوالِدَين, والد, والِد بالتَّبَنّي - عضو البرلمان - party girl (fr) - راعي, مؤيد, متبنّي - πολιούχος, προστάτης άγιοςشَفيع - αγροίκος, βάρβαρος άνθρωποςشَخْصٌ فَظٌّ / ريفيٌّ, فظّ, همجي، بربري، هَمَجي، مُتَوَحِّش, همجيّ, وضيع, وقح - الناسخ, الناقل - περφεξιονιστής, τελειομανήςمنشد الكمال, مُتْقِن، من يَنْشُد الكَمال - πείθωνمُقْنِع - الفريسي - αλτρουιστής, φιλάνθρωποςمؤثر, محسن, مُحْسِن، مُحِب للبَشَر - φίλος από τα παιδικά χρόνιαزميل اللعب, زَميل اللعب - πορνογράφοςمصور الخلاعي - επαγγελματίασممارس - απατεών, μπαγαποντιάمحتال, مخادع - προκάτοχος, πρόδρομοςالسابِق، المُمَهِّد، المُبَشِّر بِمَجيء, السّابِق في الوَظيفَه, سلف - πρόεδρος, πρόεδρος της δημοκρατίαςرئيس, رَئيس الدولَه - θέση προέδρου, πρόεδροςرئيس, رئيسة, رَئيسُ الجَلْسَه, رِئاسَةُ الجَلْسَه - prince charmant, Prince Charmant (fr) - معالج - επαγγελματίαςشَخْص مُحْتَرِف, محترف - εργάτηςعامل, عامِل يَدَوي، حِرَفي - ''colloquial:'' πουτάνα, ιερόδουλη, πουτάνα, πόρνη, πόρνος, τσουλί, τσούλαباغية, زانِيَه, زانِيَه تَنام مع عِدَّة رجال, عاهرة, عاهِرَه، مومِس, قوّاد, مومس - متزمت - πυγμαίοςقزم, قَزَم - λεπτολόγοσ, φιλόψογοσمراوغ, معترض - oiseau rare (fr) - متخلّف - επιδιορθωτήςمصلّح, مُصَلِّح - εκπρόσωποςممثل, مُمَثِّل، نائِب - ερευνητήςباحث, باحِث, محقّق - متقاعد - έμπιστοςذِراعَهُ اليُمْنى، ساعِدُه الأيْمَن - αγωνιζόμενος, αμφισβητίας, αντίζηλος, αντίπαλος, ανταγωνισμός, ανταγωνιστής, διεκδικητής, υποψήφιοςتَنافُس, متحدي, منافس, مُتَحَدٍِّّ, مُنافِس, مُنافِس، مُتَبارِ،مُشْتَرِك في مُباراه, مُنافِس، مُتَنافِس - αγύρτησ, απατεώνας, κατεργάρηςغشّاش, ماكِر، مُحْتال, مشاغب, نذل, وَغْد - σύνοικοσشريك الغرفة - μικρόσωμο ζώο, νάνοσ, νανώδεσ ζώοضّعيف - ταμπούالبقرة المقدسة - père Noël, Saint Nicolas, Santa Claus (fr) - σατράπηςالمزربان حاكم وِية فارسية - διαδίδων σκάνδαλα, κουσκουσούρησ, κουτσομπόλησالنمام, اّفاك, كاتب ردئ, مروج إشاعات - αποδιοπομπαίος τράγος, εξιλαστήριο θύμαكبش الفداء, كبش فداء, كَبْش الفِداء، حامِل وِزْر غَيْرِه - μαθήτρια, μαθητήςتلميذ المدرسة - تلميذة المدرسة - ευρίσκων τον δρόμοدليل, كشّاف, مستكشف - scoutisme marin (fr) - μυστικός πράκτορας - άτομο ηλικίας μεταξύ 70 και 79 χρόνωνسبعوني, شَخص عُمْرُه بين السَّبعين والتّاسِعَة والسَّبْعين - άποικοςمستعمر, مستوطن, مُستَعْمِر، مُستَوْطِن, مُسْتَوْطِن - shiksa (fr) - διαβιβαστής, σηματωρόςعامل الإشارة, عامِل الإشارات, مُشَوِّر، مُرْسِل الإشارات - αγαθιάρης, χαζόςإنسان أحمَق, بسيط - κύριεسيد, سَيِّد, لَقَب الفارِس: سَيِّد - αδερφήأُخت, أُخْت - εύκολος στόχοςهَدَف بارِز - ακροβοληστήσمتحارب - εξειδικευμένος εργάτηςعامل متخصّص - δούλαخادمة - λουφαδόρος, φυγόπονοσكسول, متهرب, من يَتَهَرَّب من واجِبِه - μοχθών, υποτακτικόςعبد, كادِح، شَخْص يَعْمَل عن غَيْرِه عملا شاقّا, مكافح - υπνοβάτηςمشّاء النوم, من يمشي اثناء النوم, من يَمْشي وهو نائِم - جمال, حبيب, شرك, شيء الرائع, لولو - αγόριإبن, إبْن, ولد - περπατημένοςرَجُل ذو خِبْرَه في الحَياه, محنّك - ομιλητήςمتحدّث, متكلم, مُتَكَلِّم ، خَطيب - θεατήςساهِر ليلا، حارِس, شاهد, متفرّج, مراقب, مشاهد, مُشاهِد - champignons, fungi (fr) - عصبيّ - καταθλιπτικός, ξενέρωτοςرَفيق مُثير للكآبَه, مُتَدَلِّل: يُتْلِف أو يَرْفُض الإنْضِمام إلى مَرَح الآخَرين, هادم اللّذّات - εκπρόσωποςناطق, ناطِق بِلِسان - ممثل, ناطق - intervenant, partie prenante (fr) - αναπληρωτής, αντικαταστάτης, ενισχύσεις, εφεδρικές δυνάμεις, υποκατάστατο, υποκατάστατοςإغاثة, بديل, بَديل, بَديل، إحْتِياطي, بَدَل, تناوب, قُوَّةُ دَعْـم, نائب, وَكيل، بَديل، مَندوب - προγονή, προγονόςبنت الزوج - παραγυιόσ, πρόγονοσإبن الزوج - άγνωστος, άλλος, ξένοςأجنبيّ, شَخْص غَريب, غريب, غَريب, مجهول - بائعة الهوى, عاهرة, قذر - άντρακλαςشخص قَوي - κατώτερος, υφιστάμενοςتابع, تابِع، مَرؤوس - διάδοχοςبديل, خَليفَه، خَلَف، وريث, وريث - γυναίκα που κυοφορεί το παιδί κάποιας άλλης, δανεική μητέραأم بَديلَه تُنْجِبُ طِفلا لأمٍّ لا تَسْتَطيعُ الإنْجاب - باق على قيد الحياة - επιζώνباق على قيد الحياة, ناجٍ، باقٍ حَيّا - συκοφάντησ, χαμερπήσ κόλαξخادم, متملق - έμπειρος σε θέματα τακτικήςخبير التكتيك, خَبير في التَّكْتيكات، مُناور بارِع - الطفيلى, العالة - طاغية - صاحب, عضو الفريق - تقني - موظف المؤقت - πειρασμός, πλάνοςمغوي, مُغْرٍ، غاوٍ - μάστιγα, φόβος και τρόμοςتهديد, سَوْط، مِجْلَدَه, شَخصٌ فَظيع، مُشاغِب كبير - maigre (fr) - νήπιο, πιτσιρίκιطفل, طِفْل صَغير, طِفْل في بدايَة المَشْي - βασανιστήςمعذّب - εκπαιδευόμενοςمتدرب - αλήτηςأفاق, صعلوك, متشرّد - محول اليه - μπελαλής, ταραξίασ, ταραχοποιόςمثير الشغب, مثير المشاكل, مُثير المَتاعِب، مُحَرِّض على الشَّغَب, مُثير للمشاكل or مُثير للمتاعب - δακτυλογράφοσكاتب الطابعة - vilain petit canard (fr) - αλητάκι, χαμίνιقنفذ البحر, ولَد شَقي - χρήστηςمستعمل, مُسْتَعْمِل - ξεναγός, ταξιθέτηςحاجِب، مُرْشِد, دليل, مُرْشِد - η αγαπημένη, ο, ο αγαπημένοςحَبيب، حَبيبَه, حَبيب، مَحْبوب، حَبيبَه، مَحْبوبَه, يوم الحب - نّباتي - αξιωματούχος, πολύ σημαντικό πρόσωποشخصيّة هامّة جدًّا, متجبر, وجيه, وَجيه، صاحِب رُتْبَه أو مَقام - εθελωντήσ φρουρόσحارس - παλιάνθρωποςنَذْل، وَغْد, وغد, وَغْد، نَذْل - επισκέπτης, καλώνزائر, زائِر, منادِ ، زائر، مُهاتف - αλεπού, αλουπού, δύστροπη γυναίκα, θηλειά αλώπηξ, θηλυκή αλεπού, στρίγγλαثعلب, ثعلبة, ثَعْلَبَه - ηδονοβλεψίασمختلس النظر, مختلس النّظر - πλύστραعامِلَة تَعْمَل في الغَسيل, غسّالة - γλεντώνشارب مشاغب - φρουρός ασφαλείαςحارِس، خَفير, مراقب - τροφόςأماه, مُرضعة, مُرَبِّيَة أطْفَال, مُرْضِعَه - χήραأرملة, أرْمَلَه - χήροςأرمل, أرْمَل - Κα, κυρίαسَيِّدَه, سّيدة, لَقَب للسَّيِّدَه أو الآنِسَه - إمرأة, إمرأه - γυναίκαإمرأة - γυναικάς, μουρντάρησزير النساء - wonder woman (fr) - εργάτησ, κατασκευαστήσصّانع - βλάχος, επαρχιώτης, χωριάτηςسّاذج, شَخْصٌ ريفي ساذِج, فلاّح, متخلّف - άνθρωπος - νέος, νεανίσκος, νεαρός, παλληκαράκιشاب, شابٌّ, شّباب, صَبي، صِبيان - γιάπηςشاب طَموح يكْسَبُ المالَ ويُنْفِقُه على الأشياء من الطّراز الحَديث, مترف - zoo keeper (fr) - Daniel Boone (fr) - عروسة - Χρήστος, Χριστόφορος كريستوفر - إديسون - فولتن - Mary Leakey (fr) - Richard Leakey (fr) - Παναγίαالسيِّدَه العَذْراء, ماري - نعومي - باتريك[Domaine]

-

 


   Publicité ▼