Contenu de sensagent

  • définitions
  • synonymes
  • antonymes
  • encyclopédie

Lettris

Lettris est un jeu de lettres gravitationnelles proche de Tetris. Chaque lettre qui apparaît descend ; il faut placer les lettres de telle manière que des mots se forment (gauche, droit, haut et bas) et que de la place soit libérée.

boggle

Il s'agit en 3 minutes de trouver le plus grand nombre de mots possibles de trois lettres et plus dans une grille de 16 lettres. Il est aussi possible de jouer avec la grille de 25 cases. Les lettres doivent être adjacentes et les mots les plus longs sont les meilleurs. Participer au concours et enregistrer votre nom dans la liste de meilleurs joueurs ! Jouer

Dictionnaire de la langue française
Principales Références

La plupart des définitions du français sont proposées par SenseGates et comportent un approfondissement avec Littré et plusieurs auteurs techniques spécialisés.
Le dictionnaire des synonymes est surtout dérivé du dictionnaire intégral (TID).
L'encyclopédie française bénéficie de la licence Wikipedia (GNU).

Traduction

Changer la langue cible pour obtenir des traductions.
Astuce: parcourir les champs sémantiques du dictionnaire analogique en plusieurs langues pour mieux apprendre avec sensagent.

Dernières recherches dans le dictionnaire :

calculé en 0.187s


 » 

dictionnaire analogique

empresárioθεατρώνης, θιασάρχης, ιμπρεσάριος, παραγωγός - auxiliar, empregadoβοηθός, εργαζόμενος, υπάλληλος - testemunha ocularαυτόπτης μάρτυρας - trabalhador - objector de consciênciaαντιρρησίας συνείδησης - cónjuge, esposa, esposo, marido, mulherγυναίκα, η σύζυγος, συμβία, σύζυγος - científico, cientistaεπιστήμονας - μισογύνησ - chômeur (fr) - empregadorεργοδότης - frimeur (fr) - delegado, embaixador, legado, núncio apostólicoέξαρχοσ, αντιπρόσωποσ του πάπα - participanteδιαγωνιζόμενος, -ον, -ουσα, συμμέτοχος, συμμετέχων - ταξιδιώτης - cristoχριστόσ - Louis Seymour Bazett Leakey (fr) - Μάτα Χάρι - maria-rapazαγοροκόριτσο - crasso, grosseiroαναίσθητος, εξόφθαλμος, ηλίθιος, χοντροειδής, χοντρόπετσος - cínico, ecínicoκυνικός - μεσσιανικόσ - famille nucléaire (fr) - família grande - agregado familiarνοικοκυριό, οικογένεια, σπιτικό - populaçãoλαός, πληθυσμός - claqueμισθωτοί χειροκροτητέσ - fandom (fr) - Caïn (fr) - candidatoαιτών, υποψήφιος - benfeitorευεργέτης - plebeuκοινός θνητός - comunicador, transmissorεπικοινωνών - cobardeφοβητσιάρης, φοβιτσιάρης - criadorδημιουργός - guardião, protectorπροστάτης, υπερασπιστής, φύλακας - experto, peritoειδικός, εμπειρογνώμονας, εξπέρ, μετρ, σπεσιαλίστας - observadorπαρατηρητής - precursor - δουλεύτης, εργάτης, εργαζόμενος, υπάλληλος - governantaκηδεμόνασ - acusador, acusante - ás, especialista, virtuosoάσος, αστέρι, δεξιοτέχνης, ειδικός, πολύ καλός, φιλότεχνος - admiradorθαυμαστής, λάτρης - rapazνεαρός - adúlteroμοιχόσ - adúlteraμοιχαλίδα, μοιχαλίσ - adversária, adversário, antagonistaαντίπαλος, ανταγωνιστής - assessor, conselheiro, consultorσύμβουλος - advogado, defensorσυνήγορος, υπέρμαχος - agenteαντιπρόσωπος, μυστικός πράκτορας - αντιπρόσωπος λογοτεχνών - incitadora, instigadoraπροβοκάτορασ - agitadorταραχοποιός - albino, albino/albinaλευκίτησ - Ali Baba et les quarante voleurs (fr) - financiadorυποστηρικτής, χρηματοδότης - aprendiz, estagiárioμαθητευόμενος - filho da putaκάθαρμα, πρόστυχος - tia, titiθεία, θείτσα - οικιακή βοηθόσ - autoridadeαυθεντία - mécanicien, réparateur (fr) - aya, âya (fr) - cavalheiro hindu, senhor - bebé, infante, pequeninoνήπιο, νεογνό, πολύ μικρό παιδί - ama, babá, babysiter, baby-sitterμπέιμπι σίτερ, φύλακασ νήπιων - malfaiteur, mauvais garçon (fr) - depositário, fiadorθεματοφύλακασ - criançaπαιδίο - ramasseur, ramasseur de balles, ramasseuse (fr) - begumeμπεγκούμ - mulher belaκαλλονή, ωραία γυναίκα - melhor amigo - frère ainé, Loft Story (fr) - sectaire (fr) - figurão, mandachuva, pessoa importante, pessoa influenteσπουδαίο πρόσωπο - intelectualóideγυναίκα διανοούμενη, λόγια γυνή - barqueiroβαρκάρης - alugadorμισθωτής - leão-de-chácaraευταξίασ ποτοπολείου - baixinho, catatau, fedelho, garotinho, garoto, guri, infante, mancebo, menino, mocinho, moleque, petitinho, petiz, piquiticu, pivete, rapaz, rapazinho, rapazoteαγόρι, νεαρός, παιδί, παλικαράκι - amanteαγόρι, εραστής - arrimo de família, sustento - companheiro, compincha, íntimoπαλιόφιλος, στενός φίλος, φιλαράκι - indivíduo, pessoa intrometidaαλλοτριοπραγμών, ανακατωσούρησ - maître, maître d'hôtelαρχιυπηρέτησ, μπάτλερ, οικονόμοσ - espectadorαπλός θεατής - cadeteδόκιμος, μαθητής στρατιωτικής σχολής - calígrafa, calígrafoκαλλιγράφος - portadorκομιστής, φορέας - defensorυπέρμαχος, υπερασπιστής - primeiro-ministroγραμματέας - excêntricoπροσωπικότητα - falador, tagarelaπολυλογάς - somítico - criança, menor, menor de edade, miúdoανήλικος, γιος ή κόρη - criança, filha, filho, menina, meninoπαιδί, τέκνο - bebé, bebêβρέφος, μωρό, παιδί - choragus (fr) - chupador, sugadorκαρόιδο, χάνος - zé-ninguémένα τίποτα, ασήμαντο πρόσωπο - lavadorκαθαριστής - moçaκόρη - giganteγίγαντας, τιτάνας - vereadorσύμβουλος - concubinaδεύτερη σύζυγος, παλλακίδα, παλλακίσ - διασύνδεση - conhecedor, entendido, experto, juiz, peritoγνώστης, ειδήμων, ειδικός, κπ. που έχει την ικανότητα να κρίνει, κριτής - imitador, macaquiceμιμητής - redator, redatora publicitária - chipie, garce, vache (fr) - criatura, pessoa, serάτομο, πλάσμα - άπειρος, αρχάριος, νεοφερμένος - lobinhoλυκόπουλο, νεαρός πρόσκοπος - conservador, curadorέφορος μουσείου - guarda, guardiãoφύλακας - cyborg (fr) - cínico, ecínico, pessoa que vê defeito em tudo, sujeito críticoκυνικός - pai, papá, papaiμπαμπάς, πατέρας - impetuosoάνθρωπος θερμοκέφαλος - filhaθυγατέρα, κόρη - caluniadorδυσφημητήσ, συκοφάντησ - demagogoδημαγωγόσ - femme de statut inférieur, femme douteuse (fr) - andarilho, seguidorπηγαίνων - caluniador, depreciador, detratorδυσφημιστήσ - avocat du diable, promoteur de la foi (fr) - diaristaημερολογιογράφοσ, χρονικογράφοσ - discriminadorδιευκρινιστήσ - dissidenteαντικαθεστωτικός, αντιφρονών - divorciadaζωντοχήρα - agente duploδιπλός πράκτορας - viúva dotadaαξιοπρεπήσ κυρία, χήρα, χήρα κληρονόμοσ - escavadeira mecânica, máquina de escavarεργάτησ δημόσιων έργων, εργάτησ εισ δημόσια έργα, σκαφτιάσ - burro - ganhador - ectomorphe (fr) - ególatra, egotista - emancipador, libertador - emigranteαπόδημος, μετανάστης, ξενιτεμένος - emissário, enviadoαπεσταλμένοσ - sedutora, tentadoraδελεάστρια, ξεμυαλίστρα - estetaωραιολάτρησ - eunucoευνούχοσ - excelênciaεξοχότητα - usuário, utilizador, użytkownik - paiδημιουργός, ιδρυτής - πεθερόσ - fillette, gamine, jeune fille, petite, petite fille (fr) - cineastaπαραγωγός - açoitador, caça-moscas, pedigoto, perdiz nova, pessoa petulanteεπιπόλαιο κοράσιο, επιπόλαιο κορίτσι, μυγοσκοτώστρα, νεοσσόσ, πουλάκι - adulador, lisonjeiroκόλακας - estrangeiroαλλοδαπός, ξένη, ξένος - freelance - lixeiroσκουπιδιάρης - gueixaγκέισα - type (fr) - auteur (fr) - goliasγολιάθ - gigolôΑλφονσος, ζιγκολό, συνοδόσ υπό πληρωμή, συντηρούμενοσ από γυναίκα - garota, jovem senhora, menina, moça, raparigaδεσποινίς, κοπέλα, κοπελιά, κορίτσι - guide, scoute (fr) - βαφτισιμιά, βαφτισιμιός, βαφτιστήρα, βαφτιστήρι - afilhada - afilhado - galanteador, mulherengo, pessoa inútil - bon (fr) - samaritanoσαμαρείτησ - gouverneur général, patron (fr) - coveiroνεκροθάφτης - tio-avô - griot (fr) - groupie (fr) - alabardeiro - burro - amador de bricolage, faz-tudo - goon (fr) - chapeleiroκαπελάς - chefeεπικεφαλής, προϊστάμενος, πρόεδρος - chefe de Estadoαρχηγός κράτους - auditório, ouvinteακροατήσ - rustaud, rustre (fr) - comilão, glutão - anfitrião, hóspede, hospedeiroοικοδέσποινα, οικοδεσπότης - dona de casa, dona-de-casaγυναίκα, νοικοκυρά - humanitárioφιλάνθρωποσ - iconoclastaεικονοκλάστης, εικονομάχοσ - asno, besta, burro, convencido/tolo, cretino, cú, estúpido, idiota, imbecil, jumento, palerma, parvo, toloανίκανος, βλάκας, γάϊδαρος, διανοητικά καθυστερημένος, ηλίθιος, ιδιώτης, κουτός, μικρόνους, χαζός, χοντροκέφαλος - burro, estúpido, ignoranteαμαθήσ, βλάκασ - agitadorερεθιστήσ - amotinado, rebelde, revoltoso, revolucionárioεπαναστατημένος, στασιαστής - intruso, invasorεισβολέας, καταπατητής, παραβάτησ, παρείσακτος - invasorεισβολέας - pau pra toda obra - porteiroεπιστάτης, θυρωρός - infeliz, pessoa que traz má sorteγρουσούζησ, ιώνασ - Jr. - bonze, gros bonnet (fr) - parenteοικογένεια, σόι - sabichão«ξερόλας», παντογνώστης, πολύξερος - elemento estranho, suplenteπαράταιρο στοιχείο - trabalhador, trabalhador manual - raparigaκορίτσι - retardatário - ο μη ειδικός - salva-vidasναυαγοσώστης - faroleiro - μικρή αδερφή - sentinela, vigiaπαρατηρητής, σκοπός, φρουρός - desfavorecido, freguês, patinhoάνθρωπος αδύνατος, άνθρωπος που δυναστεύεται από άλλους, αδύνατος - estúpidoαγροίκος, χοντράνθρωπος - estrela, notabilidadeπροσωπικότητα, σπουδαιότητα, φωστήρ, φωστήρασ, φωτοβόλο σώμα, φωτοδότησ - soleil (fr) - gatuno, ladrão, larápioενεδρεύων - mãe, mamA, mamã, mamãeμάνα, μαμά, μητέρα - machine (fr) - mordomoαρχιοικονόμοσ - άντρας - άνδρας - homme (fr) - adônisαδώνησ, αστεροειδήσ αδώνησ - homemάνθρωπος - homem - cão que ladra não morde, disciplinadorηθικολόγος - mestreδάσκαλος, καθηγητής, μάστορας, τεχνίτης - adhérent, organe (fr) - estafeta, guia, mensageiroαγγελιαφόρος, αγγελιοφόρος, απεσταλμένος, μαντατοφόρος, ξεναγός, συνοδός ομάδας τουριστών - portador - métèque (fr) - aspirante de marinha - le soldat fanfaron (fr) - misantropoμισάνθρωποσ - senhorκύριος - modeloήρωας, μοντέλο, πρότυπο, υπόδειγμα - Monsieur (fr) - agente funerário, cangalheiro, gerente de casa funerária, papa-defuntoεργολάβος κηδειών - belle-doche, belle-maman, belle-mère (fr) - μουζίκοσ, ρώσσοσ χωρικόσ - homónimoσυνονόματος - contador, narradorανιστορητής, αφηγητής, αφηγητής ιστορίας - obstrucionistaματαιώτησ - recém-chegadoνεοφερμένος - avarento, avaro - oiseau nocturne (fr) - parvo, pessoa simplóriaαμερικανάκι, κουτορνίθι - aprendiz, iniciante, novato, noviço, principianteαρχάριος, δόκιμος μοναχός, πρωτάρης - νυμφίδιο - antiquité (fr) - manipulador, operadorαυτός που χειραγωγεί και εκμεταλλεύεται τους άλλους, χειριστής - opiomane (fr) - oculista, ótico - oradorρήτορας - orpheline (fr) - páriaαπόβλητος, απόκληρος, παρίας - feitor, supervisorεπιστάτης - dono, possessor, possuidor, proprietárioιδιοκτήτης, κάτοχος - pai/mãeγονιός, κηδεμόνας - député, parlementaire (fr) - party girl (fr) - sponsor (fr) - santo padroeiroπολιούχος, προστάτης άγιος - bárbaro, grosseirãoαγροίκος, βάρβαρος άνθρωπος - gratte-papier, rond-de-cuir (fr) - perfeccionistaπερφεξιονιστής, τελειομανής - πείθων - fariseu - filantropoαλτρουιστής, φιλάνθρωπος - companheiroφίλος από τα παιδικά χρόνια - pornógrafoπορνογράφος - clínico, médico, trabalhadorεπαγγελματίασ - απατεών, μπαγαποντιά - antecessor, precursor, predecessorπροκάτοχος, πρόδρομος - πρόεδρος, πρόεδρος της δημοκρατίας - director, presidência, presidenteθέση προέδρου, πρόεδρος - prince charmant, Prince Charmant (fr) - transformateur (fr) - profissionalεπαγγελματίας - proletário, trabalhadorεργάτης - prostituta, puta''colloquial:'' πουτάνα, ιερόδουλη, πουτάνα, πόρνη, πόρνος, τσουλί, τσούλα - falar - pigmeuπυγμαίος - sofistaλεπτολόγοσ, φιλόψογοσ - raridade - péquenaud, rustre (fr) - reparador, técnicoεπιδιορθωτής - representanteεκπρόσωπος - investigador, pesquisadorερευνητής - reformado - braço direitoέμπιστος - competidor, concorrência, desafiador, rivalαγωνιζόμενος, αμφισβητίας, αντίζηλος, αντίπαλος, ανταγωνισμός, ανταγωνιστής, διεκδικητής, υποψήφιος - malandrete, vigaristaαγύρτησ, απατεώνας, κατεργάρης - companheiro de quartoσύνοικοσ - tronco de couveμικρόσωμο ζώο, νάνοσ, νανώδεσ ζώο - tabu, vaca sagradaταμπού - Pai Natal, Papai Noel - sátrapaσατράπης - difamador, maldizente, mexeriqueiroδιαδίδων σκάνδαλα, κουσκουσούρησ, κουτσομπόλησ - bode expiatórioαποδιοπομπαίος τράγος, εξιλαστήριο θύμα - escolar, pupila, pupiloμαθήτρια, μαθητής - écolière (fr) - decalcador, descobridor, guia, pesquisadorευρίσκων τον δρόμο - scoutisme marin (fr) - μυστικός πράκτορας - septuagenário, setuagenáriaάτομο ηλικίας μεταξύ 70 και 79 χρόνων - colonoάποικος - shiksa (fr) - agulheiro, sinaleiroδιαβιβαστής, σηματωρός - simplórioαγαθιάρης, χαζός - senhor, Sirκύριε - irmA, irmã, muito obrigada, muito obrigadoαδερφή - alvo fácilεύκολος στόχος - ακροβοληστήσ - trabalhador especializado, trabalhador qualificadoεξειδικευμένος εργάτης - criadaδούλα - mandriãoλουφαδόρος, φυγόπονοσ - escravo, viciada em trabalhoμοχθών, υποτακτικός - sonâmbuloυπνοβάτης - anjo, beleza, formosura - filhoαγόρι - homem de experiênciaπερπατημένος - locutorομιλητής - espectador, vigiaθεατής - champignons, fungi (fr) - pessoa irascível - desmancha-prazeresκαταθλιπτικός, ξενέρωτος - porta-vozεκπρόσωπος - voz - parte interessada - dobro, substitutoαναπληρωτής, αντικαταστάτης, ενισχύσεις, εφεδρικές δυνάμεις, υποκατάστατο, υποκατάστατος - noraπρογονή, προγονός - a, enteada, enteadoπαραγυιόσ, πρόγονοσ - estranhoάγνωστος, άλλος, ξένος - prostituta, puta, vadia - homem macho, machãoάντρακλας - subordinadoκατώτερος, υφιστάμενος - sucessorδιάδοχος - mãe-substitutaγυναίκα που κυοφορεί το παιδί κάποιας άλλης, δανεική μητέρα - survivant (fr) - sobreviventeεπιζών - puxa-saco, sicofantaσυκοφάντησ, χαμερπήσ κόλαξ - estratega, tácticoέμπειρος σε θέματα τακτικής - filão, parasita - mandante - coéquipier (fr) - technicien (fr) - interino - tentadorπειρασμός, πλάνος - diabrete, flageloμάστιγα, φόβος και τρόμος - maigre (fr) - criança que começa a andar, criancinhaνήπιο, πιτσιρίκι - torcionárioβασανιστής - estagiário, pessoa em treinamentoεκπαιδευόμενος - vagabundoαλήτης - transfert (fr) - desordeiro, gerador de conflitosμπελαλής, ταραξίασ, ταραχοποιός - datilógrafoδακτυλογράφοσ - patinho feio - putoαλητάκι, χαμίνι - utilizadorχρήστης - guia, porteiroξεναγός, ταξιθέτης - cartão do dia dos namorados, namoradoη αγαπημένη, ο, ο αγαπημένος - végan, végétalien, végétalienne (fr) - dignitário, figuraαξιωματούχος, πολύ σημαντικό πρόσωπο - εθελωντήσ φρουρόσ - patife, vilãoπαλιάνθρωπος - visitaεπισκέπτης, καλών - raposaαλεπού, αλουπού, δύστροπη γυναίκα, θηλειά αλώπηξ, θηλυκή αλεπού, στρίγγλα - mirãoηδονοβλεψίασ - lavadeiraπλύστρα - beberrão, farristaγλεντών - guardaφρουρός ασφαλείας - ama, ama de leiteτροφός - viúvaχήρα - viúvoχήρος - senhora, senhora dona, SraΚα, κυρία - mulher - γυναίκα - mulherengo, namorador, paquerador, provocadorγυναικάς, μουρντάρησ - wonder woman (fr) - fabricanteεργάτησ, κατασκευαστήσ - campónioβλάχος, επαρχιώτης, χωριάτης - άνθρωπος - jovem, rapazνέος, νεανίσκος, νεαρός, παλληκαράκι - yuppieγιάπης - zoo keeper (fr) - Daniel Boone (fr) - Brigit, Brigitte (fr) - CristóvãoΧρήστος, Χριστόφορος - Thomas Alva Edison (fr) - Robert Fulton (fr) - Mary Leakey (fr) - Richard Leakey (fr) - Nossa SenhoraΠαναγία - Noémi (fr) - Patrice, Patrick, Saint Patrick (fr)[Domaine]

-